Επικαιρότητα :
Αρχική » , » Τρούμπα: Η καρδιά του Πειραιά και του ρεμπέτικου

Τρούμπα: Η καρδιά του Πειραιά και του ρεμπέτικου

"Σιγά – σιγά όμως ερχότανε στον Περαία η εξέλιξις. Οργανώθηκε το λιμάνι του Περαία που όλοι οι εργάτες του σχεδόν ήταν κλέφτες. Έγινε ο Οργανισμός, κυκλιδώματα γύρω στο λιμάνι, ατομική που μπαίνεις και που βγαίνεις, καταδότες εργάτες εν δράσει! Καταργηθήκανε οι βαρκάρηδες με αποζημίωση, τα καράβια πλευρίζουνε στο λιμάνι. Πάνε οι μαούνες (φορτηγίδες) που ήταν άσυλο για τους κλέφτες. Επεκτάθη η Αστυνομία Πόλεων! Βγήκανε άλλα επαγγέλματα, μηχανικοί, καπεταναίοι, ηλεκτρολόγοι κ.λπ. Τα παιδιά τους δουλεύανε την ημέρα και εσπούδαζαν το βράδυ.

 Οι οίκοι ανοχής έκλεισαν. Οι ντεκέδες έσβησαν. Πήραν την σκυτάλη οι τουρίστες, οι αριστοκράτες μας κ.λπ. Οι ταβέρνες έκλεισαν. Αμανές δεν ακούγεται τα βράδια στους κοντινούς δρόμους γιατί είναι φωτισμένοι και μπεκρήδες δεν υπάρχουνε. Οι μπαράγκες των συνοικισμών χάθηκαν και έγιναν διώροφα και τριώροφα σπίτια! Τα κοτέτσια και τα καταγώγια της Δραπετσώνας γκρεμίστηκαν και υψώθηκαν οκταώροφες πολυκατοικίες. Το Κολωνάκι του Πειραιώς! Ο μαραγκός, ο σουβαντζής, ο κάθε εργάτης έχει το αυτοκίνητό του ή την βέσπα του. Και αντί για ούζο ή κρασί, η κόκα – κόλα και η πορτοκαλάδα έχει το λόγο." 



Μ’ αυτό το, ας μας επιτραπεί ο όρος, “λαϊκό ρέκβιεμ”, περιγράφει, ήδη από το 1975, στα απομνημονεύματά του, ο στιχουργός του ρεμπέτικου κι άγριος μάγκας και νταής του Πειραιά Νίκος Μάθεσης - Τρελάκιας (1907-1975), το “τέλος μια εποχής” για τον Πειραιά. Και πράγματι, ο Μάθεσης “θρηνεί” το τέλος των ημιπαράνομων χώρων του Πειραιά, της Δραπετσώνας αλλά και της Τρούμπας, και την εξαφάνιση των οίκων ανοχής, των τεκέδων, των καφέ αμάν, των καφέ κονσέρ και των καφωδείων. Η καρδιά του Πειραιά και του ρεμπέτικου, η Τρούμπα, είχε μεν πάψει πια να χτυπά, αλλά, έμελλε, να ζήσει για πάντα μέσα στα τραγούδια και στις λαϊκές αφηγήσεις των ρεμπετών. 

Μια τρόμπα που έγινε η φημισμένη Τρούμπα

 Σύμφωνα με την παράδοση, η Τρούμπα του Πειραιά πήρε την ονομασία της από μια τρόμπα (αντλία) που ήταν τοποθετημένη στην περιοχή, στη, σημερινή, οδό της Β΄ Μεραρχίας κι από την οποία αντλούσαν νερό τα αγκυροβολημένα πλοία του λιμανιού του Πειραιά, αλλά κι οι αμαξάδες. Όταν μιλάμε για Τρούμπα, εννοούμε ένα οικοδομικό τετράγωνο, που ξεκινά από την Ακτή Μιαούλη και περικλείεται από τις, οδούς Φιλελλήνων, Κολοκοτρώνη και Σωτήρος Διός. Στη μέση αυτού του τετραγώνου της Τρούμπας βρίσκονται οι κεντρικοί της δρόμοι, οι οδοί Φίλωνος και Νοταρά.

Η Τρούμπα του Μάθεση και του Λαπαθιώτη

Μια από τις πιο αυθεντικές λαϊκές περιγραφές της Τρούμπας βρίσκεται στα απομνημονεύματα του ρεμπέτη Νίκου Μάθεση – Τρελάκια, που δημοσιεύτηκαν, στην πλήρη μορφή τους, από τον γράφοντα. Γράφει ο Μάθεσης για τον προπολεμικό Πειραιά και την Τρούμπα:

«Ο Περαίας πριν μισό αιώνα με τα καταγώγια του, τους ντεκέδες, τα μπαρμπουταντζίδικα, τα Βούρλα και τα καφέ – σαντάν του. Ο Περαίας με τους νταήδες του, τους μάγκες, τους ρεμπέτες, τους αγαπητικούς, τους πορτοφολάδες και τους κλέφτες των λιμανιών. Τότες ο Περαίας ήταν πολύ άγριος. Από τη μια ο αποκλεισμός, από την άλλη τα πολιτικά μίση. Οι φόνοι στα Καρβουνιάρικα Τρούμπα και Τζελέπη ήταν στην ημερησίαν διάταξιν. Όσο για ντεκέδες από την Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Άγιο Νικόλα, Γύφτικα, στο Χατζηκυριάκειο, στην Τρούμπα και όσο πιο πέρα πήγαινες, Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. Ζάρια μες στο δρόμο παίζανε, περνούσε ο χωροφύλακας και δεν του έδινε κανείς σημασία, παρά τραβούσανε την δίκοπη επιδειχτικά να την δει! Τι να έκανε; Από στρατιώτη αγράμματο βουνήσο τον ρίξανε χωροφύλακα στον Περαία μες στα λυσσασμένα τσακάλια. Πρωτοδικείο, Εισαγγελία δεν είχε τότε ο Περαίας! Απ’ την Αθήνα κατέβαιναν οι νωματαρχέοι νταήδες να επιβάλλουν την τάξη και να συλλάβουν κανέναν επικίνδυνο καταζητούμενο. Ο Μαρούδας και ο Γαλιγάλης, οι μάγκες είχανε συνθέσει και στίχους για τους μόρτες καταδότες και ας μην τους ήξεραν και το τραγουδούσαν παίζοντας το μπουζούκι τους:

Που ’σουνα και ήλθες πάλι
ρουφιανιά του Γαλιγάλη.
Η πουστιά μας του Μαρούδα
άσπρα μούρα μαύρα μούρα.

ή

Πουστιά του Μαρούδα
και ρουφιανιά του Γαλιγάλη
έφυγες και ήλθες πάλι.





Ο Πειραιάς τότε είχε και έφιππη χωροφυλακή. Χαμαιτυπεία είχε μόνο τα Βούρλα που τώρα είναι φυλακές. Εκεί οι γυναίκες τότε δε βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον ντρόπο τους και πηδάγανε και τα μεσάνυχτα μέσα παρ’ όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι! Αλλά καμιά δεν μαρτυρούσε. Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια ήταν οι γυναίκες αλλά όσοι εγκληματούσαν για την γυναίκα, αυτή ήταν υποχρεωμένη μέχρι να βγει απ’ την φυλακή να τον συντηρεί. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα σκοτωνότανε απ’ τους φίλους του. Αλλά και όταν έβγαινε, η πρώτη του δουλειά ήταν να στεφανωθεί, απαραίτητος κανών! Για τον σκυλόμαγκα ο άγραπτος νόμος είναι σκληρός!

Καφωδεία ο Πειραιάς είχε πολλά γύρω στην Ντρούμπα. Απάνω στο πάλκο έπαιζαν τσιφτετέλια, ζεϊμπέκικα κ.λπ. Κάτω στο πάλκο ορχήστρα ευρωπαϊκή, πιάνο, βιολί και τζάζι για ταγκό κ.λπ. Και μπροστά χαμηλά, σχεδόν κάτω ήταν δώδεκα κορίτσια σε παράταξη άβαφτες Γερμανίδες που έπαιζαν με την σειράν τους βιολιά. Αυτή την διαρρύθμιση είχαν όλα τα καφωδεία της Τρούμπας. Οι φόνοι εκεί γινόντουσαν συχνότατα. Αφού του έτρωγε τα λεπτά του και τον έκανε στούπα, του έλεγε να την περιμένει απέξω! Και η αρτίστα έβγαινε αγκαζέ με τον ντερβίση της, αλλά και ο άλλος ο επαρχιώτης άγριος και το ψυχικό γινότανε.

Επίσης και τα παιχνίδια ήταν πάνπολλα (λέσχες). Μέσα κάθε καρυδιάς καρύδι, μπράβοι, αβανταδόροι, μούτρα, να μπουν αμέσως στη φυλακή σε ένα γνέμα! Φόνοι πιο πολλοί στα παιχνίδια γιατί έχανες τα λεπτά σου, ίσως και ξένα που στα είχαν εμπιστευθεί να τους ψωνίσεις κάτι πράγματα. Και το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι.

Όσο για μάγκες, δηλαδή ρεμπέτες, κάθε συνοικία είχε τους δικούς της. Αν ακουγότανε κανένας ρεμπέτης καλός με πράξεις σωστές ρεμπέτικες, δηλαδή παλληκαρίσιες εξηγήσεις, τότε ακουγότανε και στον Πειραιά, δηλαδή στη καρδιά του Πειραιά. Στα παιχνίδια που είχαν οι νταήδες οι αναγνωρισμένοι.  Έσπαγε τα δεσμά της συνοικίας του και από μαχαλόμαγκας αφανής γινότανε διεθνής. Αναγνωριζότανε από όλες τις συνοικίες, αλλά πως; Έπρεπε με έργα και όχι με λόγια, να μαλώσει, να μαχαιρώσει, να μπιστολίσει, να τραυματίσει καλόν νταή ανεγνωρισμένον, ασχέτως εάν δεν πήγε στην φυλακή. Μηνύσεις δεν γινόντουσαν, θα καθαρίζανε στον δεύτερο γύρο που θα έβγαινε ο χτυπημένος απ’ το νοσοκομείο. Η αστυνομία το μάθαινε και ερχότανε να σου πάρει κατάθεση και εσύ τους έλεγες ότι έπεσες από ένα μικρό γκρεμό και σου μπήκαν κάτι σίδερα στην κοιλιά και σου έλεγε μακάρι μόλις βγεις να σου μπούνε κι άλλα να ησυχάσουμε από εσάς τα τομάρια. Αν όμως έκανες μήνυση κατέρρεες αυτομάτως και όλοι οι μάγκες είχαν να κάνουν με σένα και να σε ξεφτιλίζουν. Τέτοια γινόντουσαν που και που, μάλλον από γερασμένους νταήδες και από φιγουρατζήδες ρεμπέτες.

Όσο για μπουζούκια, ο Πειραιάς με τις γειτονιές τις μάγκικές του ήτανε μια ορχήστρα πλήρης. Μέρα και βράδυ από όπου και να πέρναγες, δηλαδή από καφενείο, άκουγες το κελάηδισμα του μπουζουκιού ή του μπαγλαμά και την μυρωδιά της ταλμίρας (χασίς) ή από αργιλέ ή από τσιγαριλίκι. Και αυτός που το έπαιζε δεν ήταν κανά παιδάκι, ήταν άνθρωπος της τούφας και το είχε μάθει στο σχολείο – φυλακή. Έτσι λεγότανε η φυλακή για να μην καταλαβαίνουν οι ανίδεοι. Παιδιά κάτω των 20 χρόνων και ανώμαλοι απαγορευότανε η είσοδος διά καρπαζάς, σβουριχτής και κλοτσάς! Εδώ το νταραβέρι είναι του τάδε και συχνάζει όλο το σκυλολόι».



 
Στην Τρούμπα διαδραματίζεται κι η υπόθεση της νουβέλας «Το τάμα της Ανθούλας» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.  Όπως επισημαίνει κι ο Γιάννης Παπακώστας, που έχει τη φιλολογική επιμέλεια της έκδοσης: 

«Ένα μέρος αναφέρεται στον κόσμο του περιθωρίου ή καλύτερα στον χώρο του υποκόσμου, με βασικά στοιχεία τη σωματεμπορία, τον τζόγο και ιδίως τα ναρκωτικά, με κυρίαρχο στοιχείο τους τεκέδες, όπου συγκεντρώνονται δραπέτες των φυλακών, λιποτάκτες, ναρκομανείς, σωματέμποροι και γενικότερα ο κόσμος της νύχτας. Στο κέντρο (της νουβέλας) βρίσκονται άλλοτε μεμονωμένα άτομα κι άλλοτε ομάδες ατόμων, ενταγμένα στον ίδιο περίπου χώρο του Πειραιά (Τρούμπα, φτωχογειτονιές, λιμάνι).» 

Και βέβαια, ο Λαπαθιώτης ήταν ο ίδιος θαμώνας των συγκεκριμένων χώρων και περιοχών, ως κυνηγός “τεχνητών παραδείσων” κι άρα αυτόπτης μάρτυρας των συνθηκών που κατέγραφε, αφού επισκεπτόταν τους «τεκέδες της Τρούμπας για να φουμάρει με τους ντερβίσηδες», κάτι που, φυσικά, αντικατοπτρίζεται και στη νουβέλα του, «αφού ο χώρος όπου αναφέρεται ένα μεγάλο μέρος αυτής είναι η Τρούμπα και βέβαια η Πειραϊκή.». «Κοντολογίς», όπως συνοψίζει ο Παπακώστας, «έχουμε ένα πεζό με έκδηλα τα στοιχεία της προσωπικής εμπειρίας, ένα δράμα, μέσω του οποίου προβάλλει η ζωή του ίδιου και του κύκλου του στους τεκέδες της έρημης Πειραϊκής ακτής και στα συναφή στέκια της Τρούμπας». Αξίζει να μεταφέρουμε εδώ την περιγραφή ενός τεκέ και των όσων διαδραματίζονταν μέσα σ’ αυτόν, όπως καταγράφεται στη νουβέλα του Λαπαθιώτη:

«Η παρέα, μες στη σπηλιά του Νταλαβέρη, τραγουδούσε. Πρώτα το ’φερνε ο Ντάνας, με τη βαριά του, τη βραχνή φωνή, κ’ ύστερα το ’παιρναν οι άλλοι, στη σειρά, και το ξαναγύριζαν απ’ όλες τις μεριές, θρηνητικά, μονότονα, με πάθος – με τα γυαλωμένα τους τα μάτια, σαν καρφωμένα σ’ έναν εφιάλτη, με τις μεγάλες κόρες τους ακίνητες, σα φλογισμένες από μιαν ανείπωτη λαχτάρα, σαν απολιθωμένες σε μιαν έκσταση, σα φαγωμένες και πυρπολημένες από κάποιους έξαλλους και μαύρους πυρετούς:

Μαννάκι μου, μαννάκι μου, πονεί το κεφαλάκι μου!

Ο αέρας ήταν μολεμένος απ’ τη βαριά θολούρα του καπνού, απ’ τις ζεστές και σφυριχτές ανάσες, απ’ την υγρή τη μυρουδιά της μούχλας, που πλημμυρούσε γύρω τους τοίχους της σπηλιάς. Ένα καντηλάκι τρεμόσβηνε στην άκρη, κ’ έριχνε πέρα, στα σκαμμένα βράχια, τις μεγάλες του σκιές, που παίζανε, κι αυτές φανταστικά. Ήταν καθισμένοι όλοι χάμου, στριμωγμένοι σ’ έναν στενόν κύκλο, άλλοι σταυροπόδι κι άλλοι πεσμένοι δίπλα, κι άλλοι τ’ ανάσκελα, βαριά μαστουρωμένοι, με τα’ απλανή, τα’ αλλοίθωρά τους μάτια, σβησμένα και χαμένα στο κενό. Ήταν οι περισσότεροι ξυπόλητοι. Κι αυτοί που ήταν καθισμένοι σταυροπόδι περνούσαν κάθε λίγο το μαρκούτσι, ένας στον άλλο, με μονότονες κινήσεις, βαριές, μηχανικές, ληθαργικές. Κ’ έκλαιγαν, πιο πολύ που τραγουδούσαν. Κι ο πνιγηρός, πηχτός καπνός, ανέβαινε ντουμάνι:

Μαννάκι μου, μαννάκι μου, πονεί το κεφαλάκι μου!

Κι ο ναργιλές γουργούριζε στη μέση – και κείνοι ήταν στοιβαγμένοι γύρω, κι όλο ρουφούσαν μ’ αγκομαχητά, σαν άνθρωποι που κρύβουν τον καϊμό τους, τον θάβουν στα κατάβαθα της γης, γιατί δεν πρέπει να βγει ποτέ στο φως, γιατί δεν πρέπει να τον δει το φως και φοβηθεί. Μόνος ο Νταλαβέρης ήταν σκυφτός στη μέση, και φυσούσε, που και που, το ναργιλέ, κι έβανε κάρβουνα, κι άλλαζε τουμπεκί. Και το μαρκούτσι γύριζε στα διψασμένα στόματα, γύριζε χωρίς να κάνει στάση, σα μια μεγάλη κολασμένη βρύση, που τη ζητούν, τη λαχταρούν τα χείλη κ’ οι καρδιές, λες για να πνίξουν το βαρύ τους άχτι, μ’ έν’ άλλο, πιο βαρύ και πιο πικρό. Κι ο γοερός, αλλόκοτος σκοπός, όλο γυρνούσε και ξαναγυρνούσε, κι ο καϊμός του, κ’ η αλλοφροσύνη του, έσκαβε και βαθούλωνε τα βράχια. Και το καντηλάκι, φοβισμένο, σπαρταρούσε μες στα σκοτεινά, κάνοντας να χορεύουν οι σκιές – σα να ζητούσε από κάπου μια βοήθεια, μες στο πέλαγος εκείνο του καϊμού, που τράνταζε και σάρωνε τα πάντα:

Μαν – νά – κι μου, μαν – νά - κι μου … , πο – νεί το κε – φα – λά - κι μου … !».
Μοιραστείτε το :

Διαβάστε Επίσης

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ




ΑΡΧΕΙΟ

 
Υποστήριξη : K-Smart IT Business Solutions |
Proudly powered by Blogger
Copyright © 2012. Αγαπώ την Ελλάδα - All Rights Reserved
Σχεδίαση K-Smart